ΠΛΗΡΩ (PLHRw) Ρίζα < ΠΛΗΡΗΣ, βλ. λ. ΠΛΗΡΗΣ (3586) Ομόρριζα ΠΛΗΡΟΩ Mat 13:48, ΑΝΑΠΛΗΡΟΩ 1 Co 14:16, Mat 13:14, ΑΝΤΑΝΑΠΛΗΡΟΩ Col 1:24, ΣΥΜΠΛΗΡΟΩ Luk 8:23, ΠΛΗΡΩΜΑ Mat 9:16, ΕΚΠΛΗΡΟΩ Act 13:32, ΠΡΟΣΑΝΑΠΛΗΡΟΩ 2 Co 9:12, ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΩ Luk 1:1, ΕΚΠΛΗΡΩΣΙΣ Act 21:26. Συνώνυμα ΤΕΛΕΩ Rev 10:7, ΕΠΙΤΕΛΕΩ Rom 15:28, ΣΥΝΤΕΛΕΩ Mar 13:4, Luk 4:2, ΤΕΛΕΙΟΩ Joh 4:34, ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ Mat 24:3, ΤΕΛΕΙΩΣ 1 Pe 1:13, ΤΕΛΕΙΩΣΙΣ Luk 1:45, ΠΙΜΠΛΗΜΙ Mat 22:10, ΕΜΠΙΠΛΗΜΙ Joh 6:12, ΕΜΠΙΠΛΑΩ Act 14:17, ΓΕΜΩ Mat 23:25, ΑΡΤΙΟΣ 2 Ti 3:17, ΑΠΑΡΤΙΣΜΟΣ Luk 14:28, ΠΕΡΑΣ Luk 11:31, ΕΚΒΑΣΙΣ 1 Co 10:13, ΕΣΧΑΤΟΣ Heb 1:2, ΑΚΡΟΣ Mat 24:31, ΟΨΕ Mat 28:1, ΓΕΜΙΖΩ Luk 15:16, ΜΕΣΤΟΩ Act 2:3, ΜΕΣΤΟΣ Joh 19:29, ΚΟΡΕΝΝΥΜΙ 1 Co 4:8, ΧΟΡΤΑΖΩ Phl 4:12, ΧΟΡΤΑΣΜΑ Phl 4:12, ΠΛΗΘΩ Luk 1:23, ΓΙΝΟΜΑΙ Joh 13:2, ΓΕΜΩ Mat 23:25, ΓΕΜΙΖΩ Act 2:13. Αντίθετα ΚΕΝΟΩ Rom 4:14, ΚΕΝΟΣ Mar 12:3, Luk 1:53, Act 4:25. Λατινικά IMPLEO, REPLEO, COMPLEO, IMPLERE, ADIMPLERE, REPLERE, COMPLERE, EXPLERE, SUPPLERE, PLENUS. ΕλληνοΑγγλικές 1) PLEROSIS, 2) ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΗ ΛΕΞΗΣ (ΑΓΓΛΙΚΑ): ACCOMPLISH, COMPLETE, END, EXPIRE, FILL, FULFIL, PREACH, SUPPLY, WELL-NIGH | Ερμηνεία 1) γεμίζω, καθιστώ κάτι πλήρες, 2) γεμίζω κάτι εντελώς, το παραγεμίζω με κάτι (τροφή κλπ.), χορτάζω με κάτι (τροφή), 3) (επί αριθ.) συμπληρώνω, φθάνω σε, απαρτίζω τον αριθμό, 4) εκπληρώνω καθήκον (υποχρέωση, χρέος), 5) (γεν.) φέρω εις πέρας (επιτελώ, εκτελώ) ένα έργο, 6) (αμεταβ.) είμαι πλήρης, είμαι συμ(πε)πληρωμένος, 7) γεμίζω κάτι εντελώς, 8) χορταίνω κάτι, 9) εφοδιάζω, επανδρώνω, εξοπλίζω τα πλοία, 10) συμπληρώνω, 11) εκτελώ καθήκον, 12) ικανοποιώ. Γραμματικές παρατηρήσεις Ρήμα α΄ συζυγίας, συνηρημένο σε -όω. ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ: ΠΛΗΡΩ - ΕΜΠΛΗΡΟΥΝ - ΠΛΗΡΩΣΩ - ΕΠΛΗΡΩΣΑ - (ΠΕΠΛΗΡΩΚΑ) - (ΕΠΕΠΛΗΡΩΚΕΙΝ) - ΠΛΗΡΟΥΜΑΙ - ΕΠΛΗΡΟΥΜΗΝ - ΠΛΗΡΩΘΗΣΟΜΑΙ - ΕΠΛΗΡΩΘΗΝ - ΠΕΠΛΗΡΩΜΑΙ - (ΕΠΕΠΛΗΡΩΜΗΝ). ΤΥΠΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: 1) ΕΠΛΗΡΟΝ: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού Ενεργητικής Φωνής. 2) ΕΠΛΗΡΟΥΝΤΟ: γ΄ πληθυντικό οριστικής παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής. 3) ΕΠΛΗΡΟΥΤΟ: γ΄ ενικό οριστικής παρατατικού Μεσοπαθητικής Φωνής. 4) ΕΠΛΗΡΩΘΗ: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 5) ΕΠΛΗΡΩΣΑΝ: γ΄ πληθυντικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής. 6) ΕΠΛΗΡΩΣΕΝ: γ΄ ενικό οριστικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής. 7) ΠΕΠΛΗΡΩΚΑΤΕ: β΄ πληθυντικό οριστικής παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής. 8) ΠΕΠΛΗΡΩΚΕΝ: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής. 9) ΠΕΠΛΗΡΩΚΕΝΑΙ: απαρέμφατο παρακειμένου Ενεργητικής Φωνής. 10) ΠΕΠΛΗΡΩΜΑΙ: α΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 11) ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΑ: ονομαστική ή αιτιατική πληθυντικού μετοχής ουδετέρου γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 12) ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΗ: ονομαστική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 13) ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΩΝ: αιτιατική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 14) ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΟΙ: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 15) ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΟΥΣ: αιτιατική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 16) ΠΕΠΛΗΡΩΤΑΙ: γ΄ ενικό οριστικής παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 17) ΠΛΗΡΟΙΣ: β΄ ενικό οριστικής ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. 18) ΠΛΗΡΟΥΜΕΝΟΝ: ονομαστική ή αιτιατική ενικού μετοχής ουδετέρου γένους του παρακειμένου Μεσοπαθητικής Φωνής. 19) ΠΛΗΡΟΥΝ: απαρέμφατο ενεστώτα Ενεργητικής Φωνής. 20) ΠΛΗΡΟΥΣΘΕ: β΄ πληθυντικό οριστικής ή προστακτικής ενεστώτα Μεσοπαθητικής Φωνής. 21) ΠΛΗΡΩΘΕΙΣΗΣ: γενική ενικού μετοχής θηλυκού γένους του αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 22) ΠΛΗΡΩΘΕΝΤΩΝ: γενική πληθυντικού μετοχής αρσενικού ή ουδετέρου γένους του αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 23) ΠΛΗΡΩΘΗ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 24) ΠΛΗΡΩΘΗΝΑΙ: απαρέμφατο αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 25) ΠΛΗΡΩΘΗΣΕΤΑΙ: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 26) ΠΛΗΡΩΘΗΣΟΝΤΑΙ: γ΄ πληθυντικό οριστικής μέλλοντα α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 27) ΠΛΗΡΩΘΗΤΕ: β΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 28) ΠΛΗΡΩΘΩ: α΄ αορίστο οριστικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 29) ΠΛΗΡΩΘΩΣΙΝ: γ΄ πληθυντικό υποτακτικής αορίστου α΄ Μεσοπαθητικής Φωνής. 30) ΠΛΗΡΩΣΑΙ: απαρέμφατο αορίστου Ενεργητικής Φωνής. 31) ΠΛΗΡΩΣΑΝΤΕΣ: ονομαστική πληθυντικού μετοχής αρσενικού γένους του αορίστου Ενεργητικής Φωνής. 32) ΠΛΗΡΩΣΑΤΕ: β΄ πληθυντικό προστακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής. 33) ΠΛΗΡΩΣΕΙ: γ΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής. 34) ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ: β΄ ενικό οριστικής μέλλοντα Ενεργητικής Φωνής. 35) ΠΛΗΡΩΣΗ: γ΄ ενικό υποτακτικής αορίστου Ενεργητικής Φωνής. Συντακτικές παρατηρήσεις 1) ΠΛΗΡΩ Α) Μεταβατικό i) + αιτ. + γεν.: γεμίζω κάτι ή κάποιον με ii) + αιτ.: ικανοποιώ κάτι (ανάγκη / επιθυμία), εκπληρώνω κάτι, ολοκληρώνω κάτι. iii) + αναφ. πρ.: βλ. (1Αiii). 2) ΠΛΗΡΟΥΜΑΙ Α) Αμετάβατο: είμαι γεμάτος / πλήρης, γέμω, συμπληρώνομαι (για χρόνους, μέρες κ.τλ.), εκπληρώνομαι, ολοκληρώνομαι. Β) Μεταβατικό i) + γεν.: γεμίζω / είμαι γεμάτος από ii) + αιτ.: βλ. (2Βi). Ειδικές αναφορές 1) Η λ. ΠΕΠΛΗΡΩΜΑΙ στο εδάφιο Phl 4:18 μεταφέρει εικόνα και παρομοίωση από την καθημερινή ζωή των βιβλικών χρόνων. Εδώ από τον Τομέα της Εμπορικής και της Τραπεζικής Ζωής. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη). 2) Η λ. ΠΛΗΡΩΜΕΝΟΥ στο εδάφιο Eph 1:23 μεταφέρει μια εικόνα ανθρώπινου σώματος και μελών με την αρμόζουσα σημασία. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό της «Κοινής» Ελληνικής γλώσσας το οποίο περιλαμβάνεται στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές (Καινή Διαθήκη). 3) Η λ. ΠΕΠΛΗΡΩΜΕΝΟΥΣ στο εδάφιο Rom 1:29 περιλαμβάνεται σε μια απαρίθμηση αρετών (γνωστή και ως Αρετολογία) αλλά και παθών. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό χαρακτηριστικό του (πρωτότυπου) κειμένου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών (Καινή Διαθήκη). 4) Η λ. ΠΛΗΡΩΘΕΙ στο εδάφιο Mat 2:23 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Εβρ. Γραφ. Παλ. Διαθ. Hsa 11:1). 5) Η λ. ΠΛΗΡΩΘΗΣΕΤΑΙ στο εδάφιο Luk 3:5 αποτελεί εκπλήρωση προφητείας (παραβ. Εβρ. Γραφ. Παλ. Διαθ. Hsa 40:3-5). 6) Η λ. ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ στο εδάφιο Act 2:28 αποτελεί παραπομπή από σχετικό εδάφιο Εβρ. Γραφ. (Παλ. Διαθ. Psa 16:8-11). |